| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.253.701 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κεντρίζω |
0,02 sec. |
|
κεντρίζω prick, sting, goad, spur piquer يَثْقُب, يلدغ píchnout, štípnout prik, stikke stechen picar, pinchar pistää, pistää neulalla ubosti pungere チクリと刺す, 刺す 쏘다, 찌르다 prikken, steken prikke, stikke przekłuwać, użądlić picar жалить, уколоть sticka, svida เจาะ, กัด delmek, sokmak chọc, đốt 刺 ρ μετβ κεντρίζω [ce'ndrizo] 1 προκαλώ causeroccasionner κεντρίζω το ενδιαφέροντη φαντασία κάποιου aiguillonner l'intérêt/l'imagination de qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|