Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.217.342 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κεντρική θέρμανση

0,01 sec.
κεντρική θέρμανση تدفئة مركزية
κεντρική θέρμανση ústřední topení
κεντρική θέρμανση centralvarme
κεντρική θέρμανση Zentralheizung
κεντρική θέρμανση central heating
κεντρική θέρμανση calefacción central
κεντρική θέρμανση keskuslämmitys
κεντρική θέρμανση chauffage central
κεντρική θέρμανση centralno grijanje
κεντρική θέρμανση riscaldamento centralizzato
κεντρική θέρμανση セントラルヒーティング
κεντρική θέρμανση 중앙 난방
κεντρική θέρμανση centrale verwarming
κεντρική θέρμανση sentralfyring
κεντρική θέρμανση centralne ogrzewanie
κεντρική θέρμανση aquecimento central
κεντρική θέρμανση центральное отопление
κεντρική θέρμανση centralvärme
κεντρική θέρμανση ระบบทำความร้อน
κεντρική θέρμανση merkezi ısıtma
κεντρική θέρμανση sưởi trung tâm
κεντρική θέρμανση 中央暖气


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.