| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.210.593 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κενό |
0,06 sec. |
|
κενό väli, aukko, tyhjä kohta, tyhjyys κενό mezera, otvor, prázdnota κενό åbning, mellemrum, tomrum κενό espacio en blanco, hueco, vacío κενό praznina κενό buco, spazio vuoto, vuoto κενό 空欄, 空虚な感じ, 隙間 κενό 간격, 공백, 공허감 κενό leegte, tussenruimte κενό luka, próżnia, puste miejsce κενό brecha, espaço vazio, vazio κενό gap, tom yta, tomrum κενό ความรู้สึกหรือสภาพเปล่าเปลี่ยวอ้างว้าง, ช่องว่าง κενό boşluk κενό cảm giác trống rỗng, chỗ trống Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|