Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.055.875 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κενό

0,02 sec.
κενό gap, vacuum, blank, vacancy, void
κενό väli, aukko, tyhjä kohta, tyhjyys
κενό espace, vide, fossé
κενό mezera, otvor, prázdnota
κενό åbning, mellemrum, tomrum
κενό Leere, Lücke
κενό praznina
κενό 空欄, 空虚な感じ, 隙間
κενό 간격, 공백, 공허감
κενό åpning, tomrom
κενό gap, tom yta, tomrum
κενό ความรู้สึกหรือสภาพเปล่าเปลี่ยวอ้างว้าง, ช่องว่าง
κενό boşluk
κενό cảm giác trống rỗng, chỗ trống
κενό 空旷, 空白, 缺口


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.