| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.065.989 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κερδίζω |
0,01 sec. |
|
|
κερδίζω earn, gain, win gagner zarabiać, wygrać, zarobić, zyskać выигрывать, получать, завоёвывать, добывать, зарабатывать, побеждать يَربَح, يفوز, يَكْتَسِب vydělat, vyhrát, získat opnå, tjene, vinde erlangen, gewinnen, verdienen ganar ansaita, hyötyä jostakin, voittaa pobijediti, zadobiti, zaraditi guadagnare, ottenere, vincere 勝つ, 得る, 稼ぐ ...을 얻다, 벌다, 이기다 verdienen, winnen tjene, vinne ganhar, vencer tjäna, vinna ได้กำไร, ได้รับรายได้, ชนะ kazanmak chiến thắng, đạt được, kiếm được 得到, 挣得, 赢得
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|