Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.772.492.270 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κερδίζω

0,04 sec.
κερδίζω earn, gain, win gagner zarabiać, wygrać, zarobić, zyskać выигрывать, получать, завоёвывать, добывать, зарабатывать, побеждать يَربَح, يفوز, يَكْتَسِب vydělat, vyhrát, získat opnå, tjene, vinde erlangen, gewinnen, verdienen ganar ansaita, hyötyä jostakin, voittaa pobijediti, zadobiti, zaraditi guadagnare, ottenere, vincere 勝つ, 得る, 稼ぐ ...을 얻다, 벌다, 이기다 verdienen, winnen tjene, vinne ganhar, vencer tjäna, vinna ได้กำไร, ได้รับรายได้, ชนะ kazanmak chiến thắng, đạt được, kiếm được 得到, 挣得, 赢得
ρ μετβ κερδίζω [cer'ðizo]
1 βγάζω χρήματα gagner
κερδίζω τη ζωή μου gagner sa vie
2 νικάω être en tête
κερδίζω έναν£££ αγώνα gagner un match


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.