| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.601.157 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κεφάτος |
0,04 sec. |
|
κεφάτος breezy, jolly, jovial, humorous, humourous فكاهى vtipný morsom humorvoll humorístico humoristinen comique humorističan divertente ユーモアのある 유머가 풍부한 humoristisch humoristisk humorystyczny cómico, cômico юмористический rolig ตลกขบขัน nükteli hài hước 富幽默感的 επίθ α / θ / ουδ κεφάτος, κεφάτη, κεφάτο [ce'fatos, ce'fati, ce'fato] καλοδιάθετος de bonne humeur Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|