| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.873.226 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κηλιδώνω |
0,02 sec. |
|
κηλιδώνω يُلَطِخ κηλιδώνω poskvrnit κηλιδώνω plette κηλιδώνω beflecken κηλιδώνω manchar κηλιδώνω tahria κηλιδώνω tacher κηλιδώνω zaprljati κηλιδώνω macchiare κηλιδώνω しみがつく κηλιδώνω 얼룩지게 하다 κηλιδώνω vlekken κηλιδώνω tilsmusse κηλιδώνω poplamić κηλιδώνω manchar κηλιδώνω пачкать(ся) κηλιδώνω fläcka ner κηλιδώνω เป็นคราบ κηλιδώνω lekelemek κηλιδώνω làm ố màu κηλιδώνω 玷污 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|