| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.500.771 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κηπουρική |
0,02 sec. |
|
κηπουρική horticulture, gardening jardinagem بَسْتَنة zahradničení havearbejde Gartenarbeit jardinería puutarhanhoito jardinage vrtlarstvo giardinaggio 庭仕事 정원 가꾸기 tuinieren hagearbeid ogrodnictwo садоводство trädgårdsarbete การทำสวน bahçecilik việc làm vườn 园艺 ουσ θ κηπουρική [cipuri'ci] καλλιέργεια κήπου jardinage |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|