| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.324.870 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κηπουρός |
0,02 sec. |
|
κηπουρός ĝardenisto jardinier gardener بُستاني zahradník gartner Gärtner jardinero puutarhuri vrtlar giardiniere 庭師 정원사 tuinier gartner ogrodnik jardineiro садовник trädgårdsanläggare คนทำสวน bahçıvan người làm vườn 园丁 ουσ α/θ κηπουρός [cipu'ros] που ασκεί το επάγγελμα της κηπουρικής jardinier; jardinière Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|