| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.894.056 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κηροπήγιο |
0,02 sec. |
|
κηροπήγιο candelabra, candleholder, candlestick شمعدان svícen lysestage Kerzenhalter candelabro, candelero kynttilänjalka bougeoir svijećnjak portacandela ろうそく立て 촛대 kandelaar lysestake świecznik castiçal подсвечник ljusstake เชิงเทียน şamdan giá đỡ nến 烛台 ουσ ουδ κηροπήγιο [ci'ropiʝio] σκεύος για τη στήριξη κεριών chandelier; bougeoir Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|