| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.080.084 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κιάλια |
0,03 sec. |
|
|
κιάλια منظار dalekohled kikkert Fernglas binoculars binoculares, prismáticos kiikari jumelles dalekozor binocolo 双眼鏡 쌍안경 verrekijker kikkert lornetka binóculo, binóculos бинокль kikare กล้องส่องทางไกล dürbün ống nhòm 望远镜
ουσ ουδ κιάλια ['caʎa] όργανο με δύο μικρά τηλεσκόπια jumelles Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|