| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.337.170 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κινητήριος |
0,02 sec. |
|
κινητήριος επίθ α / θ / ουδ κινητήριος, κινητήρια, κινητήριο [cini'tirios, cini'tiria, cini'tirio] κινητήρια δύναμη που μεταδίδει κίνηση σε κτ une force motrice Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|