| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.104.131 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κλέβω |
0,01 sec. |
|
|
κλέβω birlar, atracar, hurtar cheat, elope, filch, pinch, steal, rob يََسرِق, يَسْلب okrást, ukrást røve, stjæle berauben, stehlen ryöstää, varastaa dévaliser, voler opljačkati, ukrasti derubare, rubare 奪う, 盗む 빼앗다, 훔치다 beroven, stelen rane, stjele obrabować, ukraść roubar грабить, красть råna, stjäla ปล้น, ลักขโมย çalmak, soymak ăn cắp, cướp 偷窃, 抢夺
Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|