| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.810.954.007 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κλήση |
0,05 sec. |
|
κλήση call, summons appel ουσ θ κλήση ['klisi] 1 τηλέφωνο appel υπεραστική κλήση un appel interurbain 2 κάλεσμα, μήνυμα appel κλήση για βοήθεια un appel à l'aide 3 πρόσκληση convocation λαμβάνω κλήση από το δικαστήριο recevoir une convocation du tribunal 4 ειδοποίηση για πρόστιμο procès-verbal; PV Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|