| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.725.966.939 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κλαίω |
0,01 sec. |
|
κλαίω pleurer плакать cry, mourn, weep يَصرخ, يَنْتَحب brečet, plakat græde weinen llorar itkeä plakati piangere 泣く 울다 huilen, wenen gråte, rope zapłakać chorar gråta ร้องไห้ ağlamak khóc 哭泣 ρ αμετβ κλαίω ['kleo] χύνω δάκρυα pleurer ρ μεσοπαθ κλαίγομαι ['kleɣome] παραπονιέμαι se lamenter Δε σταματάει να κλαίγεται. Il ne cesse de se lamenter. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|