| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.973.896 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κλαψιάρης |
0,01 sec. |
|
|
κλαψιάρης
επίθ θ / ουδ κλαψιάρης, κλαψιάρα, κλαψιάρικο [kla'psçaris, kla'psçara, kla'psçariko] που κλαίει με το παραμικρό pleurnichard/-arde Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|