Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.899.974.821 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κλείνω το μάτι

0,01 sec.
κλείνω το μάτι يَغْمِز
κλείνω το μάτι zamrkat
κλείνω το μάτι blink
κλείνω το μάτι zwinkern
κλείνω το μάτι wink
κλείνω το μάτι guiñar
κλείνω το μάτι iskeä silmää
κλείνω το μάτι cligner de l’œil
κλείνω το μάτι namignuti
κλείνω το μάτι strizzare l’occhio
κλείνω το μάτι ウインクする
κλείνω το μάτι 눈을 깜박거리다
κλείνω το μάτι knipogen
κλείνω το μάτι blunke
κλείνω το μάτι mrugnąć
κλείνω το μάτι piscar os olhos
κλείνω το μάτι подмигивать
κλείνω το μάτι blinka
κλείνω το μάτι ขยิบตา
κλείνω το μάτι göz kırpmak
κλείνω το μάτι nháy mắt
κλείνω το μάτι 眨眼


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.