Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.319.178 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κλείνω το τηλέφωνο

0,02 sec.
κλείνω το τηλέφωνο يُنْهي مكالمة تليفونية
κλείνω το τηλέφωνο zavěsit
κλείνω το τηλέφωνο lægge røret på
κλείνω το τηλέφωνο auflegen
κλείνω το τηλέφωνο hang up
κλείνω το τηλέφωνο colgar
κλείνω το τηλέφωνο sulkea puhelin
κλείνω το τηλέφωνο raccrocher
κλείνω το τηλέφωνο prekinuti razgovor telefonom
κλείνω το τηλέφωνο riattaccare
κλείνω το τηλέφωνο 電話を切る
κλείνω το τηλέφωνο 전화를 끊다
κλείνω το τηλέφωνο ophangen
κλείνω το τηλέφωνο legge på
κλείνω το τηλέφωνο zawiesić
κλείνω το τηλέφωνο desligar o telefone
κλείνω το τηλέφωνο повесить
κλείνω το τηλέφωνο hänga upp
κλείνω το τηλέφωνο วางหูโทรศัพท์
κλείνω το τηλέφωνο telefonu kapatmak
κλείνω το τηλέφωνο dập máy
κλείνω το τηλέφωνο 挂断


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.