| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.899.975.431 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κλείνω φερμουάρ |
0,02 sec. |
|
|
κλείνω φερμουάρ يَندفِع κλείνω φερμουάρ zapnout zip κλείνω φερμουάρ lyne κλείνω φερμουάρ den Reißverschluss zumachen κλείνω φερμουάρ zip κλείνω φερμουάρ cerrar la cremallera κλείνω φερμουάρ sulkea vetoketju κλείνω φερμουάρ fermer κλείνω φερμουάρ otvoriti ili zatvoriti patentni zatvarač κλείνω φερμουάρ chiudere la lampo κλείνω φερμουάρ ファスナーを締める κλείνω φερμουάρ ...을 지퍼로 잠그다 κλείνω φερμουάρ ritsen κλείνω φερμουάρ lukke glidelåsen κλείνω φερμουάρ zapiąć κλείνω φερμουάρ fechar o fecho de correr, fechar o zíper κλείνω φερμουάρ застегивать на молнию κλείνω φερμουάρ stänga blixlås κλείνω φερμουάρ รูดซิป κλείνω φερμουάρ kapatmak κλείνω φερμουάρ kéo phéc-mơ-tuya κλείνω φερμουάρ 拉拉链 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|