| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.990.999 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κλειδί |
0,01 sec. |
|
κλειδί Schlüssel, Schraubenschlüssel key, clue, spanner, wrench clé, clef, clé anglaise llave, llave inglesa ключ, гаечный ключ مفتاح, مفتاح ربط klíč nøgle, skruenøgle avain, jakoavain ključ, ključ za matice chiave, chiave inglese スパナ, 鍵 스패너, 열쇠 moersleutel, sleutel fastnøkkel, nøkkel klucz, klucz (maszynowy) płaski chave, chave inglesa nyckel, skruvnyckel กุญแจ, กุญแจเลื่อน anahtar, İngiliz anahtarı chìa khóa, cờ lê 扳手, 钥匙 ουσ ουδ κλειδί [kli'ði] 1 το μεταλλικό αντικείμενο για να ανοίγουμε μια κλειδαριά clé/clef Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|