| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.338.607 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κλιματιζόμενος |
0,03 sec. |
|
κλιματιζόμενος مُكيف الهواء κλιματιζόμενος klimatizovaný κλιματιζόμενος luftkonditioneret κλιματιζόμενος klimatisiert κλιματιζόμενος air-conditioned κλιματιζόμενος con aire acondicionado κλιματιζόμενος ilmastoitu κλιματιζόμενος climatisé κλιματιζόμενος klimatiziran κλιματιζόμενος climatizzato κλιματιζόμενος 空調された κλιματιζόμενος 냉난방 장치를 한 κλιματιζόμενος met airconditioning κλιματιζόμενος luftavkjølt κλιματιζόμενος klimatyzowany κλιματιζόμενος com ar condicionado κλιματιζόμενος с системой кондиционирования воздуха κλιματιζόμενος luftkonditionerad κλιματιζόμενος ซึ่งได้ปรับอากาศ κλιματιζόμενος havalandırmalı κλιματιζόμενος có điều hoà nhiệt độ κλιματιζόμενος 有空调的 Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|