| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.222.762 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κλονίζω |
0,04 sec. |
|
κλονίζω ρ μετβ κλονίζω [klo'nizo] 1 τραντάζω secouer Ο σεισμός κλόνισε το κτίσμα. Le tremblement de terre a ébranlé l'édifice. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|