| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.833.321 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κλοπή |
0,03 sec. |
|
κλοπή vol furto, roubo heist, larceny, theft, robbery سرقة, سطو krádež røveri, tyveri Diebstahl, Raub atraco, robo ryöstö, varkaus krađa, pljačka furto, rapina 強盗, 盗み 강도질, 도둑질 diefstal ran, tyveri kradzież, rozbój кража, ограбление rån, stöld การโขมย, การปล้น hırsızlık, soygun sự ăn trộm, sự cướp đoạt 抢掠, 盗窃 ουσ θ κλοπή [klo'pi] κλέψιμο, ληστεία vol Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|