| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.262.593 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κλοτσάω |
0,02 sec. |
|
κλοτσάω ρμετβ κλοτσάω, κλοτσώ [klo'tsao, klo'tso] 1 χτυπάω με το πόδι botterdonner un coup de pied κλοτσάω κπ donner un coup de pied à qqn Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|