Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.899.993.142 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κνησμώδης

0,01 sec.
κνησμώδης يَتَطلب الحك
κνησμώδης svědivý
κνησμώδης kløende
κνησμώδης juckend
κνησμώδης itchy
κνησμώδης que pica
κνησμώδης kutiseva
κνησμώδης qui démange
κνησμώδης svrbljiv
κνησμώδης pruriginoso
κνησμώδης かゆい
κνησμώδης 가려운
κνησμώδης jeukerig
κνησμώδης som klør
κνησμώδης swędzący
κνησμώδης com coceira, com comichão
κνησμώδης зудящий
κνησμώδης kliande
κνησμώδης มีอาการคัน
κνησμώδης kaşıntılı
κνησμώδης ngứa ngáy
κνησμώδης 痒的


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.