| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.953.554 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κοιλιακός |
0,01 sec. |
|
κοιλιακός abdominal, ventral, cœliaque abdominal, celiac, coeliac مرض السلياك břišní glutenintolerant zöliakisch celíaco keliakia- koji boluje od celijakije celiaco 腹腔の 배의 abdominaal i bukhulen trzewny celíaco брюшной glutenintolerant ช่องท้อง karın boşluğu ile ilgili thuộc tạng phủ 下腹的 επίθ κοιλιακός, κοιλιακή, κοιλιακό [cilia'kos, cilia'ci, cilia'ko] σχετικός με την κοιλιά abdominal/-ale£££ οι κοιλιακοί μύες les (muscles) abdominaux Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|