| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.594.891 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κοιμισμένος |
0,01 sec. |
|
κοιμισμένος asleep endormi نائم spící sovende schlafend dormido unessa zaspao addormentato 眠って 잠들어 slapend sovende pogrążony (we śnie) adormecido спящий sovande นอนหลับ uykuda buồn ngủ 睡着的 επίθ α / θ / ουδ κοιμισμένος, κοιμισμένη, κοιμισμένο [cimi'zmenos, cimi'zmeni, cimi'zmeno] που έχει κοιμηθεί endormi/-ie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|