| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.000.571 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κοινωνικός |
0,01 sec. |
|
|
κοινωνικός social, gregarious, outgoing, sociable اجتماعي pospolitý social sozial social sosiaalinen social socijalan sociale 社会の 사회적인 sociaal sosial społeczny social социальный social อยู่ร่วมกันในสังคม sosyal có tính tập thể 社会的, 社会 社會 חברתי
επίθ α / θ / ουδ κοινωνικός, κοινωνική, κοινωνικό [cinoni'kos, cinoni'ci, cinoni'ko] 1 σχετικός με την κοινωνία social/-ale οι κοινωνικοί θεσμοί les institutions sociales 2 σχετικός με τους θεσμούς της κοινωνίας social 3 σχετικός με τα στρώματα πληθυσμού social η κοινωνική ισότητα l'égalité sociale η κοινωνική τάξη la classe sociale Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|