| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.722.893.674 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κοινωνικός |
0,01 sec. |
|
κοινωνικός social, gregarious, outgoing, sociable اجتماعي pospolitý social sozial social sosiaalinen social socijalan sociale 社会の 사회적인 sociaal sosial społeczny social социальный social อยู่ร่วมกันในสังคม sosyal có tính tập thể 社会的 επίθ α / θ / ουδ κοινωνικός, κοινωνική, κοινωνικό [cinoni'kos, cinoni'ci, cinoni'ko] 1 σχετικός με την κοινωνία social/-ale οι κοινωνικοί θεσμοί les institutions sociales 2 σχετικός με τους θεσμούς της κοινωνίας social 3 σχετικός με τα στρώματα πληθυσμού social η κοινωνική ισότητα l'égalité sociale η κοινωνική τάξη la classe sociale Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|