| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.001.708 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κοινός |
0,01 sec. |
|
|
κοινός common, ordinary, public, vulgar, commonplace, joint komuna commun común comune comum fælles gemensamma
επίθ θ / ουδ κοινός, κοινή, κοινό [ci'nos, ci'ni, ci'no] 1 που ανήκει και σε άλλον commun/-une 2 ίδιος commun κοινά χαρακτηριστικάσημεία des caractéristiques communes/des points communs 3 συνηθισμένος régulier/-ière κοινά ρούχα des vêtements ordinaires από κοινού μαζί avec ουσ ουδ κοινό το σύνολο των θεατών ή των ακροατών public Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|