Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.395.589 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κοινός λογαριασμός

0,01 sec.
κοινός λογαριασμός حساب مشترك
κοινός λογαριασμός společný účet
κοινός λογαριασμός fælleskonto
κοινός λογαριασμός Gemeinschaftskonto
κοινός λογαριασμός joint account
κοινός λογαριασμός cuenta conjunta
κοινός λογαριασμός yhteinen tili
κοινός λογαριασμός compte commun
κοινός λογαριασμός zajednički račun
κοινός λογαριασμός conto congiunto
κοινός λογαριασμός 共同預金口座
κοινός λογαριασμός 공동 계좌
κοινός λογαριασμός gezamenlijke rekening
κοινός λογαριασμός felles konto
κοινός λογαριασμός wspólne konto
κοινός λογαριασμός conta conjunta
κοινός λογαριασμός общий счет
κοινός λογαριασμός gemensamt konto
κοινός λογαριασμός บัญชีร่วม
κοινός λογαριασμός ortak hesap
κοινός λογαριασμός tài khoản chung
κοινός λογαριασμός 联合帐户


?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.