| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.002.310 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κοινότητα |
0,01 sec. |
|
|
κοινότητα Gemeinde, Gemeinschaft community, municipality komunumo communauté, commune, municipalité مُجتَمع komunita lokalsamfund comunidad yhteisö zajednica comunità 地域社会 공동체 gemeenschap samfunn społeczność comunidade общество samhälle ชุมชน topluluk cộng đồng 社区 社區 הקהילה
ουσ θ κοινότητα [ci'notita] η διοίκηση του δήμου municipalité; commune η Ευρωπαϊκή Κοινότητα η Ευρωπαϊκή Ένωση l'Union Européenne Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|