Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.432.430 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κοιτάζω επίμονα

0,01 sec.
κοιτάζω επίμονα يُحملِق
κοιτάζω επίμονα zírat
κοιτάζω επίμονα stirre
κοιτάζω επίμονα starren
κοιτάζω επίμονα stare
κοιτάζω επίμονα quedarse mirando
κοιτάζω επίμονα tuijottaa
κοιτάζω επίμονα fixer
κοιτάζω επίμονα zuriti
κοιτάζω επίμονα fissare
κοιτάζω επίμονα じっと見つめる
κοιτάζω επίμονα 응시하다
κοιτάζω επίμονα staren
κοιτάζω επίμονα stirre
κοιτάζω επίμονα gapić się
κοιτάζω επίμονα olhar fixamente
κοιτάζω επίμονα пристально глядеть
κοιτάζω επίμονα stirra
κοιτάζω επίμονα จ้อง
κοιτάζω επίμονα gözünü dikip bakmak
κοιτάζω επίμονα nhìn chằm chằm
κοιτάζω επίμονα 盯着看


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.