Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
3.900.007.880 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum Join the Word of the Day Mailing List For webmasters
?
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνικά
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κοιτάζω λοξά

0,01 sec.
κοιτάζω λοξά يلمح
κοιτάζω λοξά podívat (se) letmo
κοιτάζω λοξά kaste et blik
κοιτάζω λοξά blicken
κοιτάζω λοξά glance
κοιτάζω λοξά echar un vistazo
κοιτάζω λοξά vilkaista
κοιτάζω λοξά jeter un coup d’œil
κοιτάζω λοξά pogledati
κοιτάζω λοξά dare uno sguardo
κοιτάζω λοξά ちらっと見る
κοιτάζω λοξά 흘끗 보다
κοιτάζω λοξά vluchtig kijken
κοιτάζω λοξά kikke
κοιτάζω λοξά spojrzeć
κοιτάζω λοξά olhar de relance, relancear
κοιτάζω λοξά бросить взгляд
κοιτάζω λοξά snegla
κοιτάζω λοξά ชำเลืองดู
κοιτάζω λοξά gözatmak
κοιτάζω λοξά liếc
κοιτάζω λοξά 扫视


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Όροι χρήσης | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Διαφημιστείτε μαζί μας | Copyright © 2012 Farlex, Inc.
Αποποίηση ευθυνών
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία.