Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.495.930 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κοιτάζω τριγύρω

0,02 sec.
κοιτάζω τριγύρω prohlédnout (si)
κοιτάζω τριγύρω se sig omkring
κοιτάζω τριγύρω umsehen (sich)
κοιτάζω τριγύρω look around, look round
κοιτάζω τριγύρω echar un vistazo
κοιτάζω τριγύρω katsella ympärilleen
κοιτάζω τριγύρω jeter un œil
κοιτάζω τριγύρω razgledati
κοιτάζω τριγύρω guardarsi intorno
κοιτάζω τριγύρω あたりを見回す
κοιτάζω τριγύρω 주변을 둘러보다
κοιτάζω τριγύρω rondkijken
κοιτάζω τριγύρω se (seg) om
κοιτάζω τριγύρω rozejrzeć się
κοιτάζω τριγύρω dar uma olhada
κοιτάζω τριγύρω осматривать
κοιτάζω τριγύρω se (sig) omkring
κοιτάζω τριγύρω มองไปรอบๆ
κοιτάζω τριγύρω düşünüp taşınmak
κοιτάζω τριγύρω xem xét
κοιτάζω τριγύρω 环顾


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.