Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.774.604.107 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κοκοράκι

0,02 sec.
κοκοράκι ديِّك صغير
κοκοράκι mladý kohout
κοκοράκι hanekylling
κοκοράκι junger Hahn
κοκοράκι cockerel
κοκοράκι gallito
κοκοράκι kukonpoika
κοκοράκι coquelet
κοκοράκι pijetlić
κοκοράκι galletto
κοκοράκι 若いおんどり
κοκοράκι 수평아리
κοκοράκι haan
κοκοράκι hanekylling
κοκοράκι kogucik
κοκοράκι galo
κοκοράκι петушок
κοκοράκι tuppkyckling
κοκοράκι ไก่ที่มีอายุน้อยกว่าหนึ่งปี
κοκοράκι horoz
κοκοράκι gà giò
κοκοράκι 公鸡


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.