| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.005.177 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κολακευτικός |
0,02 sec. |
|
κολακευτικός flatteur, gratuit مُجامِل pochvalný rosende schmeichelhaft complimentary elogioso kohtelias laskav lusinghiero 称賛の 칭찬하는 complimenteus rosende pochlebny cortês поздравительный berömmande ที่ชมเชย övücü khen ngợi 问候的 επίθ α / θ / ουδ κολακευτικός, κολακευτική, κολακευτικό [kolacefti'kos, kolacefti'ci, kocefti'ko] υπερβολικά επαινετικός flatteur/-euse κολακευτικά λόγια des paroles flatteuses Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|