| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.894.619 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κολακεύω |
0,01 sec. |
|
κολακεύω schmeicheln flatter, adulate flatter يُطري polichotit smigre halagar imarrella laskati adulare おだてる 아첨하다 vleien smigre pochlebić bajular льстить smickra ยกยอ pohpohlamak nịnh nọt 奉承 ρ μετβ κολακεύω [kola'cevo] ρ μεσοπαθ κολακεύομαι [kola'cevome] ικανοποιούμαι από τους επαίνους που μου κάνουν se flatter Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|