| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.048.413 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κολλάω |
0,02 sec. |
|
κολλάω contract, glue, stick يُغَرِّي, يلتصق přilepit, uvíznout lime, stikke kleben pegar liimata, työntyä coller zabosti, zalijepiti conficcare, incollare 接着剤でつける, 突き刺さる 붙이다, 찔리다 lijmen, vastzitten lime, stikke (inn i) skleić, wbić się colar клеить, постоянно ассоциироваться limma, sticka แทง, ใช้กาวติด yapışmak, yapıştırmak cắm, dán lại 粘贴, 被戳入 ρμετβ κολλάω, κολλώ [ko'lo, ko'lao] Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|