| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.819.168 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κολλητικός |
0,01 sec. |
|
κολλητικός adhesive, contagious, infectious, sticky επίθ α / θ / ουδ κολλητικός, κολλητική, κολλητικό [koliti'kos, koliti'ci, koliti'ko] που μεταδίδεται contagieux/-ieuse κολλητική αρρώστια une maladie contagieuse Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|