| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.359.122 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κολοσσός |
0,03 sec. |
|
κολοσσός colossus ουσ α κολοσσός [kolo'sos] τεράστιος, που έχει επιβληθεί colosse οικονομικός κολοσσός un colosse économique Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|