| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.035.383 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κονταίνω |
0,01 sec. |
|
|
κονταίνω curtail, shorten
ρ μετβ κονταίνω [ko'ndeno] μειώνω το μάκρος κάποιου αντικειμένου raccourcir κονταίνω μία φούστα raccourcir une jupe ρ αμετβ κονταίνω (για ρούχο) μικραίνω se raccourcir Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|