Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.775.420.831 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κοντομάνικος
(προωθήθηκε από κοντομάνικη)

0,03 sec.
κοντομάνικος قصير الأكمام s krátkými rukávy kortærmet kurzärmelig short-sleeved de manga corta lyhythihainen à manches courtes kratkih rukava a maniche corte 半袖の 반소매의 met korte mouwen kortermet z krótkimi rękawami de manga curta с короткими рукавами kortärmad แขนสั้น kısa kollu ngắn tay 短袖的
επίθ α / θ / ουδ κοντομάνικος, κοντομάνικη, κοντομάνικο [kondo'manikos, kondo'manici, kondo'maniko]
με κοντά μανίκια à manches courtes
κοντομάνικο πουκάμισο une chemise à manches courtes
ουσ ουδ κοντομάνικο
ρούχο με κοντά μανίκια manches courtes
φοράω κοντομάνικο porter des manches courtes


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρεις, ενημερωμένες, και δεν έχουν ως στόχο να χρησιμοποιηθούν στη θέση επίσκεψης, σύσκεψης, ή συμβουλής από κάποιον δικηγόρο, ιατρό ή οποιονδήποτε άλλο επαγγελματία. Όροι χρήσης.