| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.775.420.831 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κοντομάνικος |
0,03 sec. |
|
κοντομάνικος قصير الأكمام s krátkými rukávy kortærmet kurzärmelig short-sleeved de manga corta lyhythihainen à manches courtes kratkih rukava a maniche corte 半袖の 반소매의 met korte mouwen kortermet z krótkimi rękawami de manga curta с короткими рукавами kortärmad แขนสั้น kısa kollu ngắn tay 短袖的 επίθ α / θ / ουδ κοντομάνικος, κοντομάνικη, κοντομάνικο [kondo'manikos, kondo'manici, kondo'maniko] με κοντά μανίκια à manches courtes κοντομάνικο πουκάμισο une chemise à manches courtes Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|