| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.724.311.385 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κοπέλα |
0,01 sec. |
|
κοπέλα فتاة dívka tøs Mädchen girl, lass muchacha tyttö jeune fille djevojka ragazza 少女 아가씨 meisje jente dziewczyna moça девушка flicka เด็กผู้หญิง genç kız thiếu nữ 少女 ουσ θ κοπέλα [ko'pela] 1 κορίτσι, νέα γυναίκα jeune femme Έγινες κοπέλα! Tu es devenue une jeune femme ! 2 φιλενάδα copine; petite amie Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|