Printer Friendly
Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary
1.773.126.371 επισκέπτες που εξυπηρετούνται.
forum mailing list For webmasters
?
New: Language forums
English
Dictionary
Español
Spanish
Dictionary
Deutsch
German
Dictionary
Français
French
Dictionary
Italiano
Italian
Dictionary
العربية
Arabic
Dictionary
中文简体
Chinese Simplified
Dictionary
Polski
Polish
Dictionary
Português
Portuguese
Dictionary
Nederlands
Dutch
Dictionary
Norsk
Norwegian
Dictionary
Ελληνική
Greek
Dictionary
Русский
Russian
Dictionary
Türkçe
Turkish
Dictionary
?

κορίτσι

0,09 sec.
κορίτσι meisie Mädchen girl tyttö fille लड़की ragazza 乙女, 少女 딸, 소녀 meisje dziewczyna moça, menina девочка flicka 女孩 بَنْت dívka pige chica, muchacha djevojčica jente เด็กผู้หญิง kız con gái
ουσ ουδ κορίτσι [ko'ritsi]
1 παιδί θηλυκού γένους fille
Έχει δυο κορίτσια. Il a deux filles.
2 φιλενάδα copine; petite amie
Είναι πολύ ερωτευμένος με το κορίτσι του. Il est fou amoureux de sa copine.


Προσθήκη στο iGoogle
Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας

?Σελίδα με εργαλεία
Φιλικό προς τον εκτυπωτή
Παράθεμα - Σύνδεσμος
Μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
Ανάδραση
 Πλοηγός λέξεων:
?

Αποποίηση ευθυνών | Πολιτική Απορρήτου | Ανάδραση | Copyright © 2009 Farlex, Inc.
Ολόκληρο το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής, συμπεριλαμβανομένου του λεξικού, του θησαυρού, της λογοτεχνίας, της γεωγραφίας και άλλων στοιχείων αναφοράς, υπάρχει μόνο για πληροφοριακούς λόγους μόνο. Οι πληροφορίες αυτές δεν θα πρέπει να θεωρούνται πλήρ Όροι χρήσης.