| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 3.900.042.437 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
κορνίζα |
0,02 sec. |
|
|
κορνίζα frame, picture frame إطار الصورة obrazový rám billedramme Bilderrahmen marco valokuvakehys cadre okvir za sliku cornice 額縁 사진틀 fotolijstje bilderamme rama obrazu moldura para retrato, porta-retrato рама для картины tavelram กรอบรูป resim çerçevesi khung tranh 相框
ουσ θ κορνίζα [kor'niza] πλαίσιο πίνακα ή φωτογραφίας cadre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ |
|---|