| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.774.386.083 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κορνίζα |
0,03 sec. |
|
κορνίζα frame, picture frame إطار الصورة obrazový rám billedramme Bilderrahmen marco valokuvakehys cadre okvir za sliku cornice 額縁 사진틀 fotolijstje bilderamme rama obrazu moldura para retrato, porta-retrato рама для картины tavelram กรอบรูป resim çerçevesi khung tranh 相框 ουσ θ κορνίζα [kor'niza] πλαίσιο πίνακα ή φωτογραφίας cadre Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|