| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.723.670.825 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κορυφώνω |
0,02 sec. |
|
κορυφώνω peak ρ μετβ κορυφώνω [kori'fono] αυξάνω κτ σε μεγάλο βαθμό élever jusqu'à un point culminant ρ μεσοπαθ κορυφώνομαι [kori'fonome] αυξάνομαι σε μεγάλο βαθμό être à/atteindre son point culminant Η αγωνία κορυφώνεται. L'inquiétude a atteint son point culminant. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|