| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.924.179 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κουβαλάω |
0,02 sec. |
|
κουβαλάω μετβ ρ κουβαλάω, κουβαλώ [kuva'lao, kuva'lo] 1 μεταφέρω, κρατάω transporter Koυβάλησα όλα τα βιβλία μόνη μου. J'ai transporté tous les livres toute seule. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|