| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.043.154 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κουκέτα |
0,02 sec. |
|
κουκέτα سَرير مبيت, مضجع صغير lehátko, lůžko køje, liggeplads Liegeplatz, Schlafkoje bunk, couchette, sleeping berth litera lepovaunupaikka, makuulavitsa couchette kušet, ugrađen ležaj cuccetta 作り付け寝台, 寝台車コンパートメントの寝台 침대, 침대칸의 침대 couchette, kooi køye, sovevogn koja, kuszetka assento leito, beliche, couchette спальное место, спальное место в вагоне koj, liggvagnsplats เตียงนอนบนรถไฟ, ที่นอนในเรือ kuşet, ranza giường ngủ trên tàu, giường trên tàu hoả 睡铺, 铺位 ουσ θ κουκέτα [ku'ceta] κρεβάτι σε τρένο ή πλοίο couchette Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|