| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.772.779.010 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κουκουνάρι |
0,02 sec. |
|
κουκουνάρι ουσ ουδ κουκουνάρι [kuku'nari] 1 καρπός του πεύκου ή του έλατου pomme de pin La pomme de pin est le fruit des sapins et des pins. Το κουκουνάρι είναι ο καρπός των ελάτων και πευκών. 2 οι σπόροι του κουκουναριού pignon (de pin) Ο σπόρος του κουκουναριού λέγεται κι αυτός κουκουνάρι ή κουκουναρόσπορος. Les graines de la pomme de pin s'appelle pignon de pin. Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|