| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.759.094.067 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κουλούρι |
0,02 sec. |
|
κουλούρι ουσ ουδ κουλούρι [ku'luri] ψωμάκι στρογγυλό με τρύπα και σουσάμι petite couronne de pain au sésame Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|