| Ελληνικό Λεξικό / Greek Dictionary 1.773.295.367 επισκέπτες που εξυπηρετούνται. |
|
κουμπότρυπα |
0,02 sec. |
|
κουμπότρυπα buttonhole ουσ θ κουμπότρυπα [£££ku'mbotripa] η τρύπα σε ρούχο, όπου μπαίνει το κουμπί boutonnière Προσθήκη στο iGoogle Δωρεάν περιεχόμενο ιστοσελίδας - Εργαλεία υπεύθυνου ιστοσελίδας |
|
| Δωρεάν εργαλεία: |
Για χρήστες:
Πρόσθετο φυλλομετρητή |
Η λέξη της ημέρας |
Βοήθεια
Για διαχειριστές ιστοσελίδων: Δωρεάν περιεχόμενο | Συνδέοντας | Κουτί έρευνας | Έρευνα με διπλό κλικ | Συνεργαστείτε με εμάς |
|---|